Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΑΝΤΡΑ!


Βράδυ… Η βροχή χτυπάει με ένταση το κυπαρίσσι στην αυλή, και ο αέρας το κάνει να χορεύει στο ξέφρενο ρυθμό της φύσης. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος έχει πλημυρίσει κάθε άκρη του αρχοντικού που χρόνια έχει να μπει κάποιος , τουλάχιστον κάποιος που να απολαμβάνει τις αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου. Αν δεν είχε χαλάσει το αυτοκίνητό μου στην τόση άγρια φθινοπωρινή βραδιά δε θα σκεφτόμουν να μπω στον οίκο του «χαμένου άντρα», όπως συνηθίζαμε να αποκαλούμε σαν παιδιά.

Ο οίκος βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την πόλη . Έχω να τον δω από εκείνο το καλοκαίρι πριν φύγω για να σπουδάσω . Είχαμε έρθει με τον Μάριο στην παραλία να δούμε την τελευταία πανσέληνο του καλοκαιριού πριν γίνουμε και εμείς φοιτητές. Αχ, και να ήξερες μπαμπά, δε θα με άφηνες ποτέ να βγω από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Είχαμε αφήσει το μηχανάκι στο δρόμο και τρέχαμε στην κατηφόρα προς την παραλία , τότε μου φάνηκε πως είδα κίνηση από το οίκημα, ο Μάριος αστειεύτηκε και είπε πως είναι ο «χαμένος άντρας», πως σκοτώνει κάθε παράνομο ζευγαράκι που πάει στην παραλία και με άρπαξε ξαφνικά από τη μέση. Τρόμαξα και ούρλιαξα και αυτός έσκασε στα γέλια, στην αρχή μου ήρθε να φύγω αλλά κατάλαβα ότι παραλογίζομαι και έσκασα και εγώ στα γέλια. Σουρούπωνε και μείναμε αγκαλιά στην παραλία κοιτώντας τον καμένο ήλιο να χάνεται στην άβυσσο της θαλάσσης. Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί όλο το βράδυ , έτσι μαζέψαμε ξύλα για να ανάψουμε φωτιά. Καθώς απομακρυνόμουν από τον Μάριο και πλησίαζα τον οίκο, μου φάνηκε πως είδα μια φιγούρα να στέκει στη μεγάλη μπαλκονόπορτα χωρίς παράθυρα και να με κοιτάζει, μια σκοτεινή φιγούρα που ενώ στην αρχή μου προκάλεσε φόβο , ύστερα ένιωσα μια απίστευτη λύπη να με κατακλύζει. «Που είσαι Σοφία;», με φώναζε ο Μάριος, γύρισα να τον δω που ερχόταν σέρνοντας τα πόδια του στην άμμο και κλοτσώντας μερική στον αέρα , όταν ξανακοίταξα προς τον οίκο η μαύρη φιγούρα είχε χαθεί. Έτσι την ξέχασα κι εγώ και πλησίασα προς τη μεριά του φίλου μου , αυτός με αγκάλιασε και πήγαμε μαζί να ανάψουμε τη φωτιά, εκείνο το βράδυ ένιωσα για πρώτη φορά την σαρκική ένωση με τον άλλον, ένιωσα για πρώτη φορά πως είναι χάνεσαι από την αίσθηση του χρόνου παραδομένη μες στην αγκαλιά κάποιου. Και με μόνο μάρτυρα της ολοκλήρωσής μου το αιματοβαμμένο φεγγάρι που προμήνυε το τέλος του καλοκαιριού και της ανεμελιάς της εφηβείας ή μήπως όχι;

Τα χρόνια πέρασαν και εγώ σήμερα ήρθα μετά από καιρό να επισκεφθώ τους παππούδες μου στο νεκροταφείο, πάνε δύο χρόνια που χάσαμε και την γιαγιά μου. Ξανάρχονται στο νου μου στιγμές από τα παιδικά μου χρόνια, όταν μας κράταγε - εμένα και τον αδερφό μου στο σπίτι της που ήταν ακριβώς δίπλα στη θάλασσα - και κάθε απόγευμα μας έφτιαχνε χυμό λεμόνι για να μας ξεδιψάσει από το πολύωρο παιχνίδι. Αυτήν ήταν η πρώτη που μου είπε την ιστορία του «χαμένου άντρα» ένα πρωινό που έβρεχε και δε μπορούσα να βγω έξω να παίξω. Ο αδερφός μου κοιμόταν ακόμη και η γιαγιά τηγάνιζε τηγανίτες με βατόμουρα , το σπίτι μύριζε από το φρέσκο γλυκό και έμπαινε δροσερό αεράκι από τα ανοιχτά παράθυρά. Θυμάμαι να μου διηγείται την ιστορία χαμηλόφωνα σαν να παραμιλούσε. Την περιοχή μας πριν πολλά χρόνια την εξουσίαζε μια μεγάλη οικογένεια που κατοικούσε στην οίκο. Ο πατέρας και άρχοντας της περιοχής ήταν ένας δίκαιος αλλά πολύ σκληρός άντρας. Η σύζυγος του από την άλλη ήταν ένα υπέροχο πλάσμα που δίδασκε και στο τοπικό σχολείο. Και τα δύο άτομα ήταν σεβαστά στην κοινωνία και τα ίδια συνέχεια βοηθούσαν όποιον το είχε ανάγκη. Ο άντρας αγαπούσε τρελά την γυναίκα του και λυπόταν που δεν μπορούσαν να κάνουν ένα δικό τους παιδί , καρπό της αγάπης τους. Όμως κάποια στιγμή η γυναίκα έμεινε έγκυος. Ο άρχοντας την έβλεπε χαρούμενη και δε σταματούσε να την κοιτάζει, η λάμψη της πάντα του ζέσταινε την ψυχή του, πόσο μάλλον τώρα. Κι ένα καλοκαιρινό πρωινό ήρθε στο κόσμο ο διάδοχος, η εγκυμοσύνη της γυναίκας ήταν δύσκολη και ακόμη πιο δύσκολη η γέννα. Έτσι εκείνο το βράδυ τελέστηκαν δύο τελετές σε εκείνο το παρεκκλήσι δίπλα στον οίκο- μία ήταν η βάπτιση του παιδιού (που ήταν ακόμη αδύναμο και έπρεπε να βαφτιστεί στην περίπτωση χαμού του) -αχ πως το είπαν;- και η κηδεία της μητέρας, του αγγέλου της περιοχής που φρόντιζε πάντα όσους την χρειαζόταν. Όλοι πενθούσαν για το θανατικό, ο πόνος έπεσε στον οίκο και ο άρχοντας άρχισε να περιφέρεται σαν τρελός μέσα στα δωμάτια. Το μόνο που συγκρατούσε ακόμη την λογική του ήταν το παιδί του, αυτό το μικρό πλασματάκι που πάλευε να κρατηθεί στη ζωή.

Τα χρόνια περνούσαν , όλα ξαναβρήκαν το ρυθμό του. Η περιοχή αναπτυσσόταν, μα ο άρχοντας παρέμεινε εκεί κλειστός κοιτώντας τον τάφο της αγαπημένης του από μακριά και κάθε βράδυ την επισκεπτόταν με ένα λευκό τριαντάφυλλο. Ο γιός νίκησε τη μάχη του με τον Θάνατο και έγινε άντρας, ήρθε η στιγμή να πάει φαντάρος, τότε ξέσπασε ο μεγάλος πόλεμος. Τα γράμματα έπαψαν και η είδηση του θανάτου του διέρρευσε στην περιοχή. Ο πατέρας δεν άντεξε να έχει μείνει μόνος, το επόμενο πρωί τον βρήκαν δίπλα στην αιώνια αγαπημένη του ,να κοιμάται δίπλα στο νεκροκρέβατο του . Όλα όμως αποδεδείχθηκαν λάθος, ο γιός ήταν ακόμη ζωντανός, τραυματισμένος από σφαίρα πάνω στη δεξιά του ωμοπλάτη επέστρεψε με τη λήξη του πολέμου, νικητής για να μάθει ότι ο πατέρας του τώρα κείτεται και πάλι στην αγκαλιά του πατέρα του. Να μάθει ακόμη ότι η αγαπημένη του τον εγκατέλειψε για κάποιον άλλον, να μάθει ότι όλος ο κόσμος του άλλαξε. Έτρεξε πίσω στο αρχοντικό έκανε τις διαδικασίες να προσφέρει τα πάντα στους χωρικούς , τα πάντα εκτός από το σπίτι. Έπειτα χάθηκε, έτσι απλά χάθηκε . Φήμες λένε ότι τον έβλεπαν να περιφέρεται ζωντανός νεκρός ανάμεσα στους τάφους και να μιλά στους γονείς του. Μόνος στο σπίτι του να κοιτά τη θάλασσα και να προσεύχεται για την αγαπημένη του και απλά να την περιμένει. Κάποιο , ακόμη και τώρα, μαρτυρούν ότι ακούν τη μελωδία του τραγουδιού του που λέει ότι την περιμένει και ότι ξέρει ότι θα πάει να τον βρει. Στην πραγματικότητα κανείς δεν έμαθε τι απέγινε, χάθηκε εκείνο το βράδυ που τον είδαν να τρέχει στο σπίτι του. Αυτή η ιστορία ή μάλλον μυθοπλασία είναι τόσο παλιά που ακόμη και η δική μου η γιαγιά την άκουγε από την γιαγιά της όταν ήταν κοριτσάκι. Ωστόσο, κανείς δε βεβήλωσε τον οίκο, πέρασε μέσα στους αιώνες να θεωρείτε μέρος ιερό και σεβαστό για την προσφορά που υπέδειξαν οι ένοικοι του στην περιοχή. Και όμως τόσα χρόνια και με εξαίρεση μερικά παραθυρόφυλλα τίποτα δε χάλασε . Ακόμη και κουρτίνες κρέμονται σαν πέπλα μπροστά στις μπαλκονόπορτες, κουρελιασμένες να έχουν παραδοθεί στο χορό του ανέμου. Εγώ τώρα είμαι εδώ, νιώθω ότι κάτι βεβηλώνω αλλά και πάλι μου μοιάζει όλο το σκηνικό, όλη η ατμόσφαιρα τόσο οικεία. Αν δεν ήταν όμως ανάγκη δε θα έμπαινα , δε θα ερχόμουν ποτέ εδώ. Μοιάζει λες και όλα αυτά που συνέβησαν σήμερα (η βροχή , το ατύχημα) όλα ήταν για να εκπληρωθεί αυτό το έντονο συναίσθημα που είχα από παιδί να έρθω εδώ, σαν να με καλούσε πάντα κάτι, σαν να εκπληρώνω το πεπρωμένο μου , να μάθω το μυστικό του «χαμένου άντρα».

Η ώρα περνάει και η ένταση της βροχής μεγαλώνει, θα χρειαστεί να διανυκτερεύσω εδώ από ότι φαίνεται. Βαδίζω στον μεγάλο διάδρομο που υπάρχει στο ισόγειο, υπάρχουν τόσες πόρτες και τόσα δωμάτια που σου δίνεται η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε λαβύρινθο. Σύντομα από κάποια γωνία θα πεταχτεί ο Μινώταυρος να σε κατασπαράξει. Συνεχίζω να περπατώ, το κόκκινο χαλί είναι ακόμη απαλό και σου αφήνει μια υπέροχη αίσθηση καθώς προχωράς πάνω του. Στα δεξιά μου βρίσκεται η σκάλα και στα αριστερά η μεγάλη αίθουσα χορού που βλέπει στη φυσική λιμνούλα του κήπου. Ανεβαίνω δισταχτικά τις σκάλες για τον πρώτο όροφο. Καθώς περνάει κάθε δευτερόλεπτο χάνω την αίσθηση του χρόνου. Σε αυτόν τον όροφο από ότι διαπιστώνω βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Όλα είναι τόσο όμορφα διακοσμημένα και περιποιημένα, λες και κάποιος ζει εδώ, ότι κάποιος τα φροντίζει. Τι όμορφο που είναι αυτό εδώ: είναι στα χρώματα του απαλού πορτοκαλί και τις αποχρώσεις του , θυμίζει βασιλικό υπνοδωμάτιο, έχει ένα υπέροχο κρεβάτι με ουρανό και έναν καναπέ στραμμένο προς την μπαλκονόπορτα που βλέπει στη θάλασσα , το μπαλκόνι είναι γεμάτο με λουλούδια, μια μεγάλη πόρτα οδηγεί στο προσωπικό μπάνιο του ένοικου. Το μπάνιο είναι γεμάτο με μαρμάρινα είδη και επιχρυσωμένα αξεσουάρ. Στο τρίτο και τελευταίο όροφο υπάρχει ένας μικρός εσωτερικός παράδεισος. Ένα απίστευτό θερμοκήπιο με μια μικρή τεχνητή λίμνη στο κέντρο που κοσμείται από ένα υποτυπώδη καταρράκτη μου συνεπαίρνει τις αισθήσεις. Επιστρέφω στο υπνοδωμάτιο και κάθομαι στο απαλό στρώμα , η ρυθμική πλέον βροχή με ηρεμεί και με παραδίδει στα χέρια του Μορφέα.

Τι απίστευτο όνειρο! Και αυτή η υπέροχη μελωδία; Ποιο ήταν αυτό το τραγούδι δε το θυμάμαι να το έχω ξανακούσει! Μα όχι δεν ήταν όνειρο, η μελωδία δεν είναι όνειρο αλλά πραγματικότητα . Την ακούω αυτή την στιγμή , ο ήχος του πιάνου έρχεται από κάτω. Κατεβαίνω βιαστικά αλλά αθόρυβα τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα. Ακριβώς απέναντί μου , μπροστά στο πιάνο με ουρά που υπάρχει στην αίθουσα χορού κάθεται ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα. Δε βλέπω το πρόσωπο του, μα η μουσική του είναι ονειρική. «Γεια σου Σοφία. Πώς κοιμήθηκες; Σε περίμενα.» Μα που με ξέρει; Ποιός είναι; Προχωράω δισταχτικά για να τον δω. Σηκώνεται , παίρνει τα δύο ποτήρια με κόκκινο κρασί και αρχίζει να προχωράει και αυτός προς το μέρος μου. Το πρόσωπο του δεν μου είναι οικείο , αλλά το όνομά του το ξέρω! Μέσα μου βαθειά είναι χαραγμένο! «Ηλία.» , ακούω τον εαυτό μου να λέει σιγανά. «Τι θες καλόκαρδη και αιώνια αγαπημένη μου; Τι θες και σαν δούλος σου αμέσως να στο προσφέρω.» Πλησιάζει και μου προσφέρει το ένα ποτήρι. Μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπό και μου χαμογελάει. Τα μάτια του , αυτά τα μελιά του μάτια, που διατηρεί ελαφρώς κλειστά και ο αέρας να παρασέρνει ανέμελα τα καστανά του μαλλιά. Μήπως ονειρεύομαι ακόμη;. Δίπλα στο αυτί μου , μου λέει απαλά τον στοίχο που πάντα τραγούδαγε με την ουράνια μελωδική του φωνή:

Εδώ, αιώνιος και παντοτινός σου εραστής
Εδώ, να περιμένω να επιστρέψεις
Υπόδουλος της κάθε χαμένης μας στιγμής
Τώρα τις φήμες να μη πιστέψεις

Χαμένος από του χρόνου τη δίνη
Παραδομένος σε νέο κάθε φορά παραμύθι
Στο σκοτάδι η Ψυχή μου είχε μείνει
Μέχρι τα μάτια σου να μπορέσει να αντικρίσει

Θυμάμαι τα χάδια σου πάνω στο κορμί μου
Τα φιλία σου να με γεμίζουν ηδονή
Όνειρα να με συνοδεύεις στη ζωή μου
Σύζυγο να σε κάνω, σε όλους σεβαστή

Ψέματα όμως μας κράτησαν μακριά
Πίστεψες κακόβουλα στόματα σκιών
Αλλά τώρα είσαι εδώ αληθινά
Καιρός να ζήσουμε τα όνειρα ολονών…

Άφωνη από το τραγούδι του τον κοιτούσα καθώς με αγκαλιάζει. Βγαίνουμε στη βεράντα, μου δείχνει την παραλία: «θυμάσαι πριν μερικά χρόνια; Εκεί κάτω εγώ ήμουν που σου έκανα έρωτα , με είχες δει, μπορεί να μη βρισκόμουν ακριβώς εκεί ,αλλά ήμουν στο μυαλό σου, στη ψυχή σου.» Απλά τον κοιτάζω, μέσα μου ξέρω ότι λέει αλήθεια.

Είναι πρωί. Για πρώτη φορά νιώθω ότι ανήκω κάπου. Κάναμε έρωτα όλο το βράδυ και οι ψυχές μας ενωθήκανε. Ο Ηλίας είναι ο «τόπος», το «σπιτικό» μου , εδώ ανήκω. Το όνομά μου είναι Σοφία και είμαι ενωμένη με αυτήν την υπέροχη ύπαρξη. Δεν ξέρω τι ήμουν πριν , αλλά ξέρω το μυστικό του «χαμένου άντρα». Όχι , δε θα σας το αποκαλύψω, αρκεί όμως να ψάξετε τη ψυχή σας και θα το βρείτε. Αυτό όμως που θα σας πω είναι τις νέες φήμες : οι μύθοι πλέον άλλαξαν , τώρα αφηγούνται για το ζευγάρι που ζει στο στοιχειωμένο οίκο, για την μελωδία που ακούν οι πραγματικά ερωτευμένοι όταν πηγαίνουν στην παραλία από το αρχοντικό, αλλά είναι και εκείνοι που μιλάνε για το ζευγάρι που χορεύει κάτω από τον φεγγάρι , μέσα στη βροχή και για τα ευτυχισμένα γέλια από τις βόλτες τους στην εξοχή. Τέλος, είναι και οι σκιές στο νεκροταφείο όταν επισκέπτονται τους δικούς τους και αφήνουν ένα λευκό τριαντάφυλλο στους τάφους τους. Τώρα, πρέπει να σας αφήσω, με φωνάζει ο Ηλίας και δε μπορώ να ζήσω λεπτό μακριά του , η φωνή του, η μυρωδιά του, τα φιλιά του και όλη του η ύπαρξη είναι απαραίτητα για μένα. Τώρα ζω το παραμύθι μου, τη φαντασία μου και όλα αυτά είναι πραγματικότητα. Άλλωστε υπάρχει όλος αυτός ο χρόνος που ήμασταν χωριστά και θέλω να τον αναπληρώσουμε. Δεν το αξίζουμε; Δεν το αξίζει ο κάθε ένας σας ;

Ο οίκος μέχρι σήμερα είναι ιερός κανείς ποτέ δεν θα ξαναμπεί εκεί. Οι δύο εραστές είναι μαζί και ζουν στον δικό του ευτυχισμένο κόσμο, σε ένα κόσμο που δεν υπάρχει υποκρισία παρά αλήθεια. Και οι μουσική συνεχίζει να παίζει…

23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

"Κι έτσι η θλιμμένη ψυχή..."


«Κι έτσι η θλιμμένη Ψυχή που πέρασε από εκεί μέσα από σκοτεινό γυαλί μονάχα την παρατηρεί.»*! Η μόνη φορά που άνοιξες την ελπίδα να αισθανθείς… και την έκλεισες ξανά . Αμέσως. Σκιά αυτών που ονειρεύτηκες. Ναι, ακόμη και για εκείνα τα δευτερόλεπτα ονειρεύτηκες :Χαρούμενα γέλια, λαμπερά μάτια, τρέξιμο σε πράσινα λιβάδια και ατελείωτες νύχτες μπροστά στην φωτιά σε χρυσές αμμουδιές. Δύο άτομα να στέκονται μαζί και να προχωρούν. Δύο μισά που ενώθηκαν και υπάρχουν σαν οντότητα.


Αισθήματα απόλαυσης , αισθήματα πόθου… αισθήματα αλήθειας και αγάπης. Όχι κάτι που θα σε κάνει να ντραπείς , νέα μα τόσο οικεία. Συνέχεια… φυσική ροή των πραγμάτων. Κοινές επιθυμίες, κοινές σκέψεις… κοινή ύπαρξη. Απόσταση μηδαμινή, όσο μακριά και αν βρίσκεσαι! Ψυχή που απλά έχει παραδοθεί σε μια ένωση. Δύο μέρη που επιτέλους γνωρίστηκαν, κι όλα αυτά από μια απλή σύμπτωση.


Σύμπτωση ή προσδοκία. Αναπάντεχη συνάντηση ή αναμενόμενη στιγμή. Κι όλα αυτά χαμένα. Χαμένα από την πολύ σκέψη για την αποφυγή κάθε λάθους. Λάθους που όμως γεμίζει τα κενά. Όχι, σκέψη για το παραμικρό, σε βαθμό που το χάνεις. Χάνεις τη δυνατότητα, ίσως τη μοναδική δυνατότητα, επιτέλους να ζήσεις. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσεις να δώσεις αξία στον εαυτός σου και στην ύπαρξή σου. Όλα έτσι απλά χαμένα, με σκυφτό κεφάλι και αυτόχειρη καταστροφή επιστρέφεις. Επιστρέφεις στο «δικό σου σπιτικό»!


*“And thus the sad Soul that here passes. Beholds it but through darkened glasses.” – Edgar Allan Poe- Dreamed land


20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ΜΙΑ ΠΛΗΓΗ, ΜΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ! (στον άγνωστο γνωστό που μου έμαθε να αγωνίζομαι)


Ο πόνος του χαμού πάντα ακολουθεί
Είναι ένα από τα αναμενόμενα μαρτύρια
Σε φωνάζει σε κάθε σου βήμα
Πλησιάζει σε κάθε ευτυχισμένη στιγμή

Όμως, πάντα υπάρχει εναλλακτική
Υπάρχει τρόπος κι αυτός να πληγωθεί
Τα άτομα που γνωρίζουμε στη ζωή
Κάποια από αυτά θα βρίσκονται εκεί

Δίπλα… να κρατήσουν το χέρι δυνατά

Δίαυλος για κάθε απόφαση στα τυφλά
Ανακούφιση έστω για ένα λεπτό
Σε νέα προσπάθεια αποτελούν οδηγό

Υπάρχουν φορές που δεν πιστεύουμε στην ανατροπή

Ψυχές, που δεν περίμενες να σου δώσουν ένα φιλί
Όμως, μπορούν να σε στηρίξουν
Και σε ότι έρθει να σε βοηθήσουν

Γι’ αυτό παιδί μου, μη σε κατακλύζει η απογοήτευση!
Είμαι κι εγώ εκεί, σε κάθε απροσδόκητή σου είδηση…

18/4/2009
POWERLESS POWER

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ΤΟ ΚΕΛΙ


Σε ένα κελί μικρών διαστάσεων κατοικώ
Δεν μπορώ να γυρίσω και δεν το προσπαθώ
Ακούω τον κόσμο έξω από τους τοίχους
Χωρίς φως , ζω μέσα σε ίσκιους

Δε ξέρω αν είναι μέρα ή νυχτιά
Το παράθυρο έχει καλυφθεί από σκουριά
Έχει μέρες να ’ρθει κάποιος εδώ
Ούτε καν αυτός που μου έφερνε φαγητό

Χρόνια είμαι στο υγρό κελί…
Που η ψυχή μου, δε θέλησε να ’ρθει
Ψηλαφώ να βρω την πόρτα
Θέλω τόσο να ξανακούσω μια νότα

Το μέρος αναδύει μια άσχημη δυσοσμία
Άραγε αξίζω την τόση ανομία;
Μπαίνοντας ήξερα πως δεν έκανα κακό
Τώρα αμφιβάλω κ δε ξέρω αν αξίζει πια να ζω

Μέρα με τη μέρα, οι τοίχοι πλησιάζουν

Και τα νύχια μου τους χαράζουν
Τώρα έχω μόνο μία ανάμνηση παλιά
Η μόνη, ίσως, γραμμένη στην καρδιά

Κάποια στιγμή, εδώ μέσα θα χαθώ
Δεν ξέρω αν θέλω να σωθώ!!!
Όταν η πόρτα θα ανοίξει κάποια στιγμή
Τότε, εδώ μέσα θα με βρουν νεκρή…

18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ΚΑΠΟΤΕ...


Κάποτε στο δρόμο είδα έναν ονειροπόλο

Γέλασα σιγανά, έτσι θαρρώ
Που να σκεφτώ τότε, πως τώρα θα είμαι εγώ το γέλιο
Όποιος με βλέπει με αποφεύγει με ένα χαχανητό

Κάποτε σαν παιδί πίστευα σε νεράιδες και στα στοιχειά
Τώρα από εσένα μόνο κατοικείτε το μυαλό και η καρδιά
Σε είδα και από τότε στη μνήμη μου σε έχω χαράξει
Όταν μου μίλησες, απλά σα πουλί είχα τρομάξει

Κάποτε πίστευα σε ιδανικά και σε παραμύθια
Εσύ , όμως, από την πρώτη στιγμή ήσουν μόνο αλήθεια
Το αγνόησα διακριτικά, νομίζοντάς το για του μυαλού μου προσφορά
Σε λίγο όμως σε ξανάδα. Με πλησίασες… για δεύτερη φορά

Κάποτε είπα πως δεν είμαι ικανή… άξια να αισθανθώ
Ήρθες και μου έπιασες το χέρι, μου είπες να μην ντραπώ
Σε κοίταγα θυμάμαι και ένιωθα ότι σε λίγο θα ξυπνήσω
Τότε με ρώτησες : «Μπορώ να σε φιλήσω;;;»

Κάποτε ήμουν κάτοικος του κόσμου , του ονείρου μου
Εσύ είπες ότι θα με βοηθήσεις να σου δώσω τη ψυχή μου
Ήσουν απόλυτος ότι δεν πρέπει να κρατάμε κάτι γερά
Το τόνισες, πως σε λίγο θα φύγεις μακριά

Είσαι ακόμη εδώ, χωρίς να προλάβω να το σκεφτώ…
Έχεις φύγει και ένα άλμπουμ αναμνήσεων ξανά κοιτώ…
Κάποτε είχα, ήμουν… διέφερα,,,,…. Αλλά αυτό ήταν άλλοτε…!!!

9 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΟΝΟ


Αναρωτιέμαι αν σου ζητούσα μία μέρα μόνο, τι θα μου απαντούσες ;
Μια μέρα μόνο, κυριολεκτικά δική μου. Θα μπορούσες να μου την προσφέρεις ;
Μια μέρα όπου θα ένιωθα ότι είσαι εκεί για μένα …
Μόνο για μένα , και δε σε διεκδικεί και δε σκέφτεσαι καμία άλλη

Μια μέρα μόνο, που θα νιώθαμε και οι δύο ελεύθεροι από το χρόνο
Τίποτα δε θα μας εμπόδιζε να ζήσουμε το όνειρο, τις φαντασιώσεις μας
Δε θα μας επισκίαζε καμία παρουσία, καμία ενδεχόμενη ενοχή
Όλα θα ήταν κυριολεκτικά δικά μας, δε θα υπήρχαν περιορισμοί

Μια μέρα μόνο όπου θα λέγαμε τι σκεφτόμαστε δίχως κάποιον δισταγμό …
Θα κάναμε έρωτα και θα νιώθαμε συνεχώς σαν να είναι η πρώτη φορά
Με τον πόνο, με την ανακάλυψη, με την αθωότητα που ενώ χάνεται συγχρόνως κατακτιέται
Όπου για λίγες ώρες θα νιώθαμε ερωτευμένοι και δύο άτομα με μία ψυχή…

Μια μέρα μόνο όπου θα σε άφηνα να με κατακτήσεις σώμα και ψυχή…
Μια μέρα που θα μου χάριζες την κάθε σου στιγμή…
Θα δινόσουν ολοκληρωτικά και δε θα φοβόσουν να νικήσεις και να ηττηθείς
Μαζί ένα σώμα, ένα μυαλό, μια παρουσία καθώς θα σμίγαμε στους ήχους της μελωδίας

Μια μέρα μόνο όπου θα σε ένιωθα δικό μου, ενώ θα σου δινόμουν
Θα μου μιλούσες με το βλέμμα, το φιλί, το χάδι και το άγγιγμα σου
Όπου θα κορύφωνες χωρίς να χρειαστεί να κρύψεις αλήθειες ή να υποκριθείς, γιατί απλά εγώ σε ξέρω…
Θα εκπληρώναμε την κάθε μας επιθυμία λες και ζούμε στην χώρα του ονείρου, σε σκηνικό νεραϊδόσκονης

Μια μέρα όπου θα σε φιλούσα χωρίς τη σκέψη του μετά, γιατί αυτός ο χρόνος θα ήταν δικός μου
Μετά από κάθε ένωση θα με κρατούσες αγκαλιά και θα με φιλούσες
Μετά από κάθε μας αμοιβαία ικανοποίηση θα μου μιλούσες για όταν ήσουν στο σπίτι σου, για το παρελθόν
Μια μέρα όπου θα μου δινόσουν όπως δεν έχεις αποκαλυφθεί ποτέ, γνωρίζοντας ότι είμαι η μόνη που σε καταλαβαίνει

Μια μέρα μόνο …. Μετά θα τελείωνε απλά σαν σε όνειρο όταν έρχεται η ώρα να ξυπνήσεις, αλλά θα σε έχω ζήσει και θα έχω αφεθεί.
Μια μέρα μόνο…. Γνωρίζοντας ότι δε θα μου ξανά χαμογελούσες πότε, αλλά εγώ θα είμαι η μόνη κρυφή σου σελίδα στο ημερολόγιο που δεν έγραψες ποτέ.
Μια μέρα μόνο… Που για μένα θα άξιζε κάθε δευτερόλεπτο της άθλιας ζωής που θα με περιμένει χωρίς εσένα.
Μια μέρα μόνο… Άραγε τι θα μου απάνταγες, αν απλά σου το ζητούσα ; Άραγε θα μπορούσες να μου την προσφέρεις στα αλήθεια;;;

3 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

POWERLESS POWER

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Ο ΧΡΟΝΟΣ


Οι στιγμές δημιουργούν το χρόνο ή ο χρόνος γεννά στιγμές;;;
Οι στιγμές είναι σταγόνες στον Ειρηνικό , χωρίς όμως αυτές δεν θα υπήρχε.
Μία σταγόνα μπορεί να κάνει ένα ποτήρι να ξεχειλίσει ή να αρχίσει να γεμίζει
Μια σταγόνα κάνει την επιδερμίδα να ανατριχιάσει …

Και ο χρόνος από τη μεριά του δίνει τη δυνατότητα να υπάρξει η στιγμή
Αυτός παρέχει τον καιρό για σκέψη, για απόλαυση και για ανάμνηση
Περνάει σαν το ποτάμι : πότε αργά και πότε αστραπιαία
Αλλά σε βοηθά να δημιουργηθείς ή να καταστραφείς , συνήθως, και τα δυο

Άλλοτε να αγαπήσεις και άλλοτε να αγαπηθείς
Σου δίνει τη δυνατότητα να κρίνεις, να σεβαστείς και να εκτιμήσεις
Και φυσικά σου φεύγει, πριν προλάβεις να τον εκμεταλλευτείς
Καθώς είναι ο μόνος κυρίαρχος και ο δημιουργός του παιχνιδιού

Ο χρόνος είναι ο εραστής που δε θα προκαλέσεις , που δε θα αναστατώσεις ποτέ
Είναι ο γονιός που δε θα λυγίσει στα νάζια και στο κλάμα
Ο κολλητός που πάντα θα σου λέει την αλήθεια και θα σε χτυπήσει για να συνέλθεις
Θα είναι πάντα εκεί, μέχρι … ακόμα και μετά… για να σε συντροφεύει, για να σου φέρνει μνήμες χαράς και πόνου, κάθε τι αληθινό και ονειρικό…

7 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

Η ΟΜΙΧΛΗ



Η ΟΜΙΧΛΗ



Άσπρο πέπλο καλύπτει κάθε χώρο
Ανήκει στη νύφη, αυτού που αποκαλούμε Πόνο
Αγγίζει με τα χέρια της , την καρδιά
Αφήνει να ησυχάσει , μέσα στην αγκαλιά

Λευκή, το χρώμα που προσδίδει αγνότητα
Από τον άνδρα της κρύβει την ανθρωπότητα
Λευκή , μια αιώνια παρθένα νύφη
Του ανθρώπου, η πιο πιστή του φίλη

Έρχεται και φεύγει ξαφνικά
Με το άγγιγμά της ,προσφέρει χαρά
Δίνει στο όνειρο , χώρο να γεννηθεί
Έτσι ο κόσμος μπορεί να γιατρευθεί

Κρυφή και παντοτινή προστάτης
Στην ελπίδα , ένας ακόμη λάτρης
Θυσιάζει την αιώνια ζωή
Για να δώσει στο άτομο δικαίωμα στη ψυχή

Ανοίγει το σπίτι της , σε όποιον το ζητά
Αρκεί τα μάτια να κλείσει, να ακούει μόνο την καρδιά
Ταξίδι σε μέρος ,για κάθε έναν, ονειρικό
Γυρίζει πίσω, γνωρίζοντας τι θα πει «ιδανικό»

Κι έτσι συνεχίζει , ο λευκός θησαυρός
Των αγγέλων κρύβεται εκεί , ο χορός
Έρωτες , πάθη και νοσταλγίες
Των ανθρώπων όλων , οι αδημονίες

Ομίχλη, της κάθε πληγής γιατρικό
Προστάζεις και φεύγει ,κάθε τι κακό
Θέλεις μόνο… λίγη φαντασία
Για να προσφέρεις τον εαυτό σου, σα θυσία!...