Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΑΝΤΡΑ!


Βράδυ… Η βροχή χτυπάει με ένταση το κυπαρίσσι στην αυλή, και ο αέρας το κάνει να χορεύει στο ξέφρενο ρυθμό της φύσης. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος έχει πλημυρίσει κάθε άκρη του αρχοντικού που χρόνια έχει να μπει κάποιος , τουλάχιστον κάποιος που να απολαμβάνει τις αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου. Αν δεν είχε χαλάσει το αυτοκίνητό μου στην τόση άγρια φθινοπωρινή βραδιά δε θα σκεφτόμουν να μπω στον οίκο του «χαμένου άντρα», όπως συνηθίζαμε να αποκαλούμε σαν παιδιά.

Ο οίκος βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την πόλη . Έχω να τον δω από εκείνο το καλοκαίρι πριν φύγω για να σπουδάσω . Είχαμε έρθει με τον Μάριο στην παραλία να δούμε την τελευταία πανσέληνο του καλοκαιριού πριν γίνουμε και εμείς φοιτητές. Αχ, και να ήξερες μπαμπά, δε θα με άφηνες ποτέ να βγω από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Είχαμε αφήσει το μηχανάκι στο δρόμο και τρέχαμε στην κατηφόρα προς την παραλία , τότε μου φάνηκε πως είδα κίνηση από το οίκημα, ο Μάριος αστειεύτηκε και είπε πως είναι ο «χαμένος άντρας», πως σκοτώνει κάθε παράνομο ζευγαράκι που πάει στην παραλία και με άρπαξε ξαφνικά από τη μέση. Τρόμαξα και ούρλιαξα και αυτός έσκασε στα γέλια, στην αρχή μου ήρθε να φύγω αλλά κατάλαβα ότι παραλογίζομαι και έσκασα και εγώ στα γέλια. Σουρούπωνε και μείναμε αγκαλιά στην παραλία κοιτώντας τον καμένο ήλιο να χάνεται στην άβυσσο της θαλάσσης. Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί όλο το βράδυ , έτσι μαζέψαμε ξύλα για να ανάψουμε φωτιά. Καθώς απομακρυνόμουν από τον Μάριο και πλησίαζα τον οίκο, μου φάνηκε πως είδα μια φιγούρα να στέκει στη μεγάλη μπαλκονόπορτα χωρίς παράθυρα και να με κοιτάζει, μια σκοτεινή φιγούρα που ενώ στην αρχή μου προκάλεσε φόβο , ύστερα ένιωσα μια απίστευτη λύπη να με κατακλύζει. «Που είσαι Σοφία;», με φώναζε ο Μάριος, γύρισα να τον δω που ερχόταν σέρνοντας τα πόδια του στην άμμο και κλοτσώντας μερική στον αέρα , όταν ξανακοίταξα προς τον οίκο η μαύρη φιγούρα είχε χαθεί. Έτσι την ξέχασα κι εγώ και πλησίασα προς τη μεριά του φίλου μου , αυτός με αγκάλιασε και πήγαμε μαζί να ανάψουμε τη φωτιά, εκείνο το βράδυ ένιωσα για πρώτη φορά την σαρκική ένωση με τον άλλον, ένιωσα για πρώτη φορά πως είναι χάνεσαι από την αίσθηση του χρόνου παραδομένη μες στην αγκαλιά κάποιου. Και με μόνο μάρτυρα της ολοκλήρωσής μου το αιματοβαμμένο φεγγάρι που προμήνυε το τέλος του καλοκαιριού και της ανεμελιάς της εφηβείας ή μήπως όχι;

Τα χρόνια πέρασαν και εγώ σήμερα ήρθα μετά από καιρό να επισκεφθώ τους παππούδες μου στο νεκροταφείο, πάνε δύο χρόνια που χάσαμε και την γιαγιά μου. Ξανάρχονται στο νου μου στιγμές από τα παιδικά μου χρόνια, όταν μας κράταγε - εμένα και τον αδερφό μου στο σπίτι της που ήταν ακριβώς δίπλα στη θάλασσα - και κάθε απόγευμα μας έφτιαχνε χυμό λεμόνι για να μας ξεδιψάσει από το πολύωρο παιχνίδι. Αυτήν ήταν η πρώτη που μου είπε την ιστορία του «χαμένου άντρα» ένα πρωινό που έβρεχε και δε μπορούσα να βγω έξω να παίξω. Ο αδερφός μου κοιμόταν ακόμη και η γιαγιά τηγάνιζε τηγανίτες με βατόμουρα , το σπίτι μύριζε από το φρέσκο γλυκό και έμπαινε δροσερό αεράκι από τα ανοιχτά παράθυρά. Θυμάμαι να μου διηγείται την ιστορία χαμηλόφωνα σαν να παραμιλούσε. Την περιοχή μας πριν πολλά χρόνια την εξουσίαζε μια μεγάλη οικογένεια που κατοικούσε στην οίκο. Ο πατέρας και άρχοντας της περιοχής ήταν ένας δίκαιος αλλά πολύ σκληρός άντρας. Η σύζυγος του από την άλλη ήταν ένα υπέροχο πλάσμα που δίδασκε και στο τοπικό σχολείο. Και τα δύο άτομα ήταν σεβαστά στην κοινωνία και τα ίδια συνέχεια βοηθούσαν όποιον το είχε ανάγκη. Ο άντρας αγαπούσε τρελά την γυναίκα του και λυπόταν που δεν μπορούσαν να κάνουν ένα δικό τους παιδί , καρπό της αγάπης τους. Όμως κάποια στιγμή η γυναίκα έμεινε έγκυος. Ο άρχοντας την έβλεπε χαρούμενη και δε σταματούσε να την κοιτάζει, η λάμψη της πάντα του ζέσταινε την ψυχή του, πόσο μάλλον τώρα. Κι ένα καλοκαιρινό πρωινό ήρθε στο κόσμο ο διάδοχος, η εγκυμοσύνη της γυναίκας ήταν δύσκολη και ακόμη πιο δύσκολη η γέννα. Έτσι εκείνο το βράδυ τελέστηκαν δύο τελετές σε εκείνο το παρεκκλήσι δίπλα στον οίκο- μία ήταν η βάπτιση του παιδιού (που ήταν ακόμη αδύναμο και έπρεπε να βαφτιστεί στην περίπτωση χαμού του) -αχ πως το είπαν;- και η κηδεία της μητέρας, του αγγέλου της περιοχής που φρόντιζε πάντα όσους την χρειαζόταν. Όλοι πενθούσαν για το θανατικό, ο πόνος έπεσε στον οίκο και ο άρχοντας άρχισε να περιφέρεται σαν τρελός μέσα στα δωμάτια. Το μόνο που συγκρατούσε ακόμη την λογική του ήταν το παιδί του, αυτό το μικρό πλασματάκι που πάλευε να κρατηθεί στη ζωή.

Τα χρόνια περνούσαν , όλα ξαναβρήκαν το ρυθμό του. Η περιοχή αναπτυσσόταν, μα ο άρχοντας παρέμεινε εκεί κλειστός κοιτώντας τον τάφο της αγαπημένης του από μακριά και κάθε βράδυ την επισκεπτόταν με ένα λευκό τριαντάφυλλο. Ο γιός νίκησε τη μάχη του με τον Θάνατο και έγινε άντρας, ήρθε η στιγμή να πάει φαντάρος, τότε ξέσπασε ο μεγάλος πόλεμος. Τα γράμματα έπαψαν και η είδηση του θανάτου του διέρρευσε στην περιοχή. Ο πατέρας δεν άντεξε να έχει μείνει μόνος, το επόμενο πρωί τον βρήκαν δίπλα στην αιώνια αγαπημένη του ,να κοιμάται δίπλα στο νεκροκρέβατο του . Όλα όμως αποδεδείχθηκαν λάθος, ο γιός ήταν ακόμη ζωντανός, τραυματισμένος από σφαίρα πάνω στη δεξιά του ωμοπλάτη επέστρεψε με τη λήξη του πολέμου, νικητής για να μάθει ότι ο πατέρας του τώρα κείτεται και πάλι στην αγκαλιά του πατέρα του. Να μάθει ακόμη ότι η αγαπημένη του τον εγκατέλειψε για κάποιον άλλον, να μάθει ότι όλος ο κόσμος του άλλαξε. Έτρεξε πίσω στο αρχοντικό έκανε τις διαδικασίες να προσφέρει τα πάντα στους χωρικούς , τα πάντα εκτός από το σπίτι. Έπειτα χάθηκε, έτσι απλά χάθηκε . Φήμες λένε ότι τον έβλεπαν να περιφέρεται ζωντανός νεκρός ανάμεσα στους τάφους και να μιλά στους γονείς του. Μόνος στο σπίτι του να κοιτά τη θάλασσα και να προσεύχεται για την αγαπημένη του και απλά να την περιμένει. Κάποιο , ακόμη και τώρα, μαρτυρούν ότι ακούν τη μελωδία του τραγουδιού του που λέει ότι την περιμένει και ότι ξέρει ότι θα πάει να τον βρει. Στην πραγματικότητα κανείς δεν έμαθε τι απέγινε, χάθηκε εκείνο το βράδυ που τον είδαν να τρέχει στο σπίτι του. Αυτή η ιστορία ή μάλλον μυθοπλασία είναι τόσο παλιά που ακόμη και η δική μου η γιαγιά την άκουγε από την γιαγιά της όταν ήταν κοριτσάκι. Ωστόσο, κανείς δε βεβήλωσε τον οίκο, πέρασε μέσα στους αιώνες να θεωρείτε μέρος ιερό και σεβαστό για την προσφορά που υπέδειξαν οι ένοικοι του στην περιοχή. Και όμως τόσα χρόνια και με εξαίρεση μερικά παραθυρόφυλλα τίποτα δε χάλασε . Ακόμη και κουρτίνες κρέμονται σαν πέπλα μπροστά στις μπαλκονόπορτες, κουρελιασμένες να έχουν παραδοθεί στο χορό του ανέμου. Εγώ τώρα είμαι εδώ, νιώθω ότι κάτι βεβηλώνω αλλά και πάλι μου μοιάζει όλο το σκηνικό, όλη η ατμόσφαιρα τόσο οικεία. Αν δεν ήταν όμως ανάγκη δε θα έμπαινα , δε θα ερχόμουν ποτέ εδώ. Μοιάζει λες και όλα αυτά που συνέβησαν σήμερα (η βροχή , το ατύχημα) όλα ήταν για να εκπληρωθεί αυτό το έντονο συναίσθημα που είχα από παιδί να έρθω εδώ, σαν να με καλούσε πάντα κάτι, σαν να εκπληρώνω το πεπρωμένο μου , να μάθω το μυστικό του «χαμένου άντρα».

Η ώρα περνάει και η ένταση της βροχής μεγαλώνει, θα χρειαστεί να διανυκτερεύσω εδώ από ότι φαίνεται. Βαδίζω στον μεγάλο διάδρομο που υπάρχει στο ισόγειο, υπάρχουν τόσες πόρτες και τόσα δωμάτια που σου δίνεται η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε λαβύρινθο. Σύντομα από κάποια γωνία θα πεταχτεί ο Μινώταυρος να σε κατασπαράξει. Συνεχίζω να περπατώ, το κόκκινο χαλί είναι ακόμη απαλό και σου αφήνει μια υπέροχη αίσθηση καθώς προχωράς πάνω του. Στα δεξιά μου βρίσκεται η σκάλα και στα αριστερά η μεγάλη αίθουσα χορού που βλέπει στη φυσική λιμνούλα του κήπου. Ανεβαίνω δισταχτικά τις σκάλες για τον πρώτο όροφο. Καθώς περνάει κάθε δευτερόλεπτο χάνω την αίσθηση του χρόνου. Σε αυτόν τον όροφο από ότι διαπιστώνω βρίσκονται τα υπνοδωμάτια. Όλα είναι τόσο όμορφα διακοσμημένα και περιποιημένα, λες και κάποιος ζει εδώ, ότι κάποιος τα φροντίζει. Τι όμορφο που είναι αυτό εδώ: είναι στα χρώματα του απαλού πορτοκαλί και τις αποχρώσεις του , θυμίζει βασιλικό υπνοδωμάτιο, έχει ένα υπέροχο κρεβάτι με ουρανό και έναν καναπέ στραμμένο προς την μπαλκονόπορτα που βλέπει στη θάλασσα , το μπαλκόνι είναι γεμάτο με λουλούδια, μια μεγάλη πόρτα οδηγεί στο προσωπικό μπάνιο του ένοικου. Το μπάνιο είναι γεμάτο με μαρμάρινα είδη και επιχρυσωμένα αξεσουάρ. Στο τρίτο και τελευταίο όροφο υπάρχει ένας μικρός εσωτερικός παράδεισος. Ένα απίστευτό θερμοκήπιο με μια μικρή τεχνητή λίμνη στο κέντρο που κοσμείται από ένα υποτυπώδη καταρράκτη μου συνεπαίρνει τις αισθήσεις. Επιστρέφω στο υπνοδωμάτιο και κάθομαι στο απαλό στρώμα , η ρυθμική πλέον βροχή με ηρεμεί και με παραδίδει στα χέρια του Μορφέα.

Τι απίστευτο όνειρο! Και αυτή η υπέροχη μελωδία; Ποιο ήταν αυτό το τραγούδι δε το θυμάμαι να το έχω ξανακούσει! Μα όχι δεν ήταν όνειρο, η μελωδία δεν είναι όνειρο αλλά πραγματικότητα . Την ακούω αυτή την στιγμή , ο ήχος του πιάνου έρχεται από κάτω. Κατεβαίνω βιαστικά αλλά αθόρυβα τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα. Ακριβώς απέναντί μου , μπροστά στο πιάνο με ουρά που υπάρχει στην αίθουσα χορού κάθεται ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα. Δε βλέπω το πρόσωπο του, μα η μουσική του είναι ονειρική. «Γεια σου Σοφία. Πώς κοιμήθηκες; Σε περίμενα.» Μα που με ξέρει; Ποιός είναι; Προχωράω δισταχτικά για να τον δω. Σηκώνεται , παίρνει τα δύο ποτήρια με κόκκινο κρασί και αρχίζει να προχωράει και αυτός προς το μέρος μου. Το πρόσωπο του δεν μου είναι οικείο , αλλά το όνομά του το ξέρω! Μέσα μου βαθειά είναι χαραγμένο! «Ηλία.» , ακούω τον εαυτό μου να λέει σιγανά. «Τι θες καλόκαρδη και αιώνια αγαπημένη μου; Τι θες και σαν δούλος σου αμέσως να στο προσφέρω.» Πλησιάζει και μου προσφέρει το ένα ποτήρι. Μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπό και μου χαμογελάει. Τα μάτια του , αυτά τα μελιά του μάτια, που διατηρεί ελαφρώς κλειστά και ο αέρας να παρασέρνει ανέμελα τα καστανά του μαλλιά. Μήπως ονειρεύομαι ακόμη;. Δίπλα στο αυτί μου , μου λέει απαλά τον στοίχο που πάντα τραγούδαγε με την ουράνια μελωδική του φωνή:

Εδώ, αιώνιος και παντοτινός σου εραστής
Εδώ, να περιμένω να επιστρέψεις
Υπόδουλος της κάθε χαμένης μας στιγμής
Τώρα τις φήμες να μη πιστέψεις

Χαμένος από του χρόνου τη δίνη
Παραδομένος σε νέο κάθε φορά παραμύθι
Στο σκοτάδι η Ψυχή μου είχε μείνει
Μέχρι τα μάτια σου να μπορέσει να αντικρίσει

Θυμάμαι τα χάδια σου πάνω στο κορμί μου
Τα φιλία σου να με γεμίζουν ηδονή
Όνειρα να με συνοδεύεις στη ζωή μου
Σύζυγο να σε κάνω, σε όλους σεβαστή

Ψέματα όμως μας κράτησαν μακριά
Πίστεψες κακόβουλα στόματα σκιών
Αλλά τώρα είσαι εδώ αληθινά
Καιρός να ζήσουμε τα όνειρα ολονών…

Άφωνη από το τραγούδι του τον κοιτούσα καθώς με αγκαλιάζει. Βγαίνουμε στη βεράντα, μου δείχνει την παραλία: «θυμάσαι πριν μερικά χρόνια; Εκεί κάτω εγώ ήμουν που σου έκανα έρωτα , με είχες δει, μπορεί να μη βρισκόμουν ακριβώς εκεί ,αλλά ήμουν στο μυαλό σου, στη ψυχή σου.» Απλά τον κοιτάζω, μέσα μου ξέρω ότι λέει αλήθεια.

Είναι πρωί. Για πρώτη φορά νιώθω ότι ανήκω κάπου. Κάναμε έρωτα όλο το βράδυ και οι ψυχές μας ενωθήκανε. Ο Ηλίας είναι ο «τόπος», το «σπιτικό» μου , εδώ ανήκω. Το όνομά μου είναι Σοφία και είμαι ενωμένη με αυτήν την υπέροχη ύπαρξη. Δεν ξέρω τι ήμουν πριν , αλλά ξέρω το μυστικό του «χαμένου άντρα». Όχι , δε θα σας το αποκαλύψω, αρκεί όμως να ψάξετε τη ψυχή σας και θα το βρείτε. Αυτό όμως που θα σας πω είναι τις νέες φήμες : οι μύθοι πλέον άλλαξαν , τώρα αφηγούνται για το ζευγάρι που ζει στο στοιχειωμένο οίκο, για την μελωδία που ακούν οι πραγματικά ερωτευμένοι όταν πηγαίνουν στην παραλία από το αρχοντικό, αλλά είναι και εκείνοι που μιλάνε για το ζευγάρι που χορεύει κάτω από τον φεγγάρι , μέσα στη βροχή και για τα ευτυχισμένα γέλια από τις βόλτες τους στην εξοχή. Τέλος, είναι και οι σκιές στο νεκροταφείο όταν επισκέπτονται τους δικούς τους και αφήνουν ένα λευκό τριαντάφυλλο στους τάφους τους. Τώρα, πρέπει να σας αφήσω, με φωνάζει ο Ηλίας και δε μπορώ να ζήσω λεπτό μακριά του , η φωνή του, η μυρωδιά του, τα φιλιά του και όλη του η ύπαρξη είναι απαραίτητα για μένα. Τώρα ζω το παραμύθι μου, τη φαντασία μου και όλα αυτά είναι πραγματικότητα. Άλλωστε υπάρχει όλος αυτός ο χρόνος που ήμασταν χωριστά και θέλω να τον αναπληρώσουμε. Δεν το αξίζουμε; Δεν το αξίζει ο κάθε ένας σας ;

Ο οίκος μέχρι σήμερα είναι ιερός κανείς ποτέ δεν θα ξαναμπεί εκεί. Οι δύο εραστές είναι μαζί και ζουν στον δικό του ευτυχισμένο κόσμο, σε ένα κόσμο που δεν υπάρχει υποκρισία παρά αλήθεια. Και οι μουσική συνεχίζει να παίζει…

23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009
POWERLESS POWER

1 σχόλιο:

  1. Ομολογώ πως θυμίζειυπερβολικά Edgar Allan Poe. Είναι μια περίοδος που έχω τρελαθεί μαζί του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή