Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Στα σκοτάδια παρακαλάς για έλεος!

Στα σκοτάδια τρέχει η ψυχή σου μακριά, μακριά από την αλήθεια των ονείρων σου. Χορεύει ο πόνος σε μία πίστα από κόκκινη, υγρή λεπίδα , καθώς γελάει σαρκαστικά στο φως που ξημερώνει! Αγνόησε το φως, έρχονται τρέχοντας οι σκιές των περασμένων και σβήνουν τη συνείδηση ξεσκεπάζοντας τα δάκρυα….

Ένα ακόμη βράδυ να κοιτάζω τον ουρανό πάνω από την μαύρη θάλασσα καθώς τα φαντάσματα των καραβιών πλησιάζουν απειλητικά… Δεν με φόβιζε η νύχτα, δεν με φοβίζει η σκιά του ηλιοβασιλέματος, έχω μάθει από παιδί να χαζεύω τις νεράιδες στης πηγές του ποταμού, όταν πήγαινε να κλαρίσω έλατο. Καθόντουσαν όλες μαζί , άλλες με ξέπλεγα μαλλιά πάνω σε κορμούς βουτώντας απαλά τα δάχτυλα τους στο δροσερό νερό, άλλες να ξεπλένουν τα χρωματιστά ρούχα τους μέσα στην άκρη του καταρράκτη, ημίγυμνες με πλεγμένα τα λαμπερά μαλλιά τους. Όλες μαζί να τραγουδούν όμορφες μελωδίες και να καλούν απαλά κάθε περιπλανώμενο!

Άλλοτε δίπλα στη φωτιά , να μένω ξάγρυπνη ακούγοντας τα μουρμουρητά των καλότυχων που προσπαθούσαν να παρασύρουν τους κοιμισμένους άντρες , αιωνίως στην συντροφιά τους. Οι πιο θαρραλέες να πλησιάζουν στο αχνό φως της μισοσβησμένης φωτιάς και να πλέκουν πλεξούδες στα άλογα, πλεξούδες που μέναν άλυτες μέχρι την κοπή τους και μετά σαν στάχτη χανόντουσαν στον αέρα….

Αυτά τα στοιχειά όμως είναι άλλο, έρχονται από απάτητα βάθη, ψυχές ναυτών , αδικοχαμένων και αιώνιων καταδικασμένων. Έρχονται να ρουφήξουν την χαρά και να αφήσουν πόνο, θλίψη , φόβο. Έρχονται με την ομίχλη, να σκιάζει κάθε ίχνος φωτεινότητας, να σε αρπάξουν στη συντρόφια τους. Κάθε βράδυ ένας από εμάς πάει κοντά τους, να δοκιμάσει το χαρτί του στο πόκερ και την αντοχή στο καυτό ουίσκι τους!

Ακούω ακόμη έναν να βουτάει, και οι σκιές γύρω μου να γελούνε….